Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ....


Το χειμώνα του 1941-1942 η σημερινή πλατεία Εθνικής Αντίστασης (πρώην πλατεία Κοτζιά) έγινε χώρος ταφής εκείνων που είχαν χάσει τη ζωή τους από την πείνα. Οι σχάρες των φρεατίων εξαερισμού του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου καλύπτονταν από νεκρούς άστεγους που προσπαθούσαν να βρουν λίγη ζεστασιά στις παγωμένες νύχτες. Άνθρωποι κατέρρεαν στη μέση του δρόμου από την εξάντληση. Τα κάρα του δήμου μάζευαν νεκρούς παρατημένους στους δρόμους. Οι περισσότεροι θάβονταν ανώνυμοι. Οι δικοί τους δεν δήλωναν το θάνατό τους για να κρατήσουν τα δελτία τροφίμων. Αυτός ο χειμώνας της πείνας και του θανάτου έχει χαραχτεί βαθιά στη συλλογική μνήμη μέχρι σήμερα.
Η πείνα και η θανατερή σοδειά της δεν ήταν συνέπεια φυσικής καταστροφής. Ήταν το αποτέλεσμα του συνδυασμού των δυο τεράτων που γέννησε η κρίση του καπιταλισμού: του πολέμου και του φασισμού.
Ο πόλεμος του 1940-41 τσάκισε την ελληνική οικονομία και ιδιαίτερα την αγροτική. Εκατοντάδες χιλιάδες αγρότες επιστρατεύτηκαν, ενώ χιλιάδες ζώα επιτάχθηκαν για τις ανάγκες του στρατού. Ακόμα και τα λιγοστά τρακτέρ, περίπου 1.000 επιτάχθηκαν, για να χαθούν τα περισσότερα. Ετσι η σοδειά του 1941 ήταν χαμηλότερη κατά 15-30% σε μια χώρα που προπολεμικά έκανε εισαγωγές σιτηρών για να καλύψει τις ανάγκες της.
Η φασιστική Κατοχή έκανε την κατάσταση πολλές φορές χειρότερη. Η πολιτική των ναζί στις κατεχόμενες χώρες ήταν η εξής: η Βέρμαχτ θα κάλυπτε τις ανάγκες της από τους τοπικούς πόρους. Επίσης, τρόφιμα, πρώτες ύλες ακόμα και ολόκληρες βιομηχανικές εγκαταστάσεις θα μεταφέρονταν στην Γερμανία. Αυτό σήμαινε μια τεράστια αρπαγή μεταλλευμάτων καταρχήν, αλλά και κάθε είδους τροφίμων.
Τα σημάδια της επισιτιστικής κρίσης είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη πριν τα ναζιστικά στρατεύματα καταλάβουν την Ελλάδα. Άρχισαν να γίνονται πιο έντονα στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1941. Η κυβέρνηση των δοσίλογων του στρατηγού Τσολάκογλου προσπάθησε να συγκεντρώσει τη σοδειά των αγροτών, τάχα για να αντιμετωπίσει την κρίση, με βάση υποχρεωτικές τιμές. Όταν οι αγρότες αρνήθηκαν να πουλήσουν στις αρχές, έστειλε την χωροφυλακή. Κι αυτό απέτυχε. Οι αγρότες ήθελαν να κρατήσουν τη -μειωμένη- σοδειά για δύο λόγους. Πρώτον, οι περισσότεροι, για τις δικές τους ανάγκες. Δεύτερον, γιατί το χρήμα γινόταν κουρελόχαρτο από τον πληθωρισμό που θα έπαιρνε μυθικές διαστάσεις τα επόμενα χρόνια. Οι τιμές που όριζε η κυβέρνηση σήμαιναν απλά αρπαγή της σοδειάς.
Το τελειωτικό χτύπημα το έδωσε το εμπάργκο, ο αποκλεισμός, που επέβαλε στη κατεχόμενη Ελλάδα ο βρετανικός πολεμικός στόλος. Καμιά βοήθεια από το εξωτερικό δεν μπορούσε να μπει.
Η πείνα δεν χτύπησε “όλους τους Έλληνες”. Χτύπησε τους εργάτες, τους υπαλλήλους και τους πιο φτωχούς. Κύρια στην Αθήνα και τον Πειραιά, αλλά και σε νησιά όπως η Σύρος και η Χίος. Ετσι κι αλλιώς, προπολεμικά, οι εργατογειτονιές και οι συνοικισμοί των προσφύγων ήταν μέρη που θέριζε η στέρηση και οι αρρώστιες, όπως η φυματίωση. Τον Νοέμβρη, όταν η μερίδα που έδινε το δελτίο για το ψωμί έπεσε κάτω από τα 100 γραμμάρια την ημέρα, ο κόσμος άρχισε να πεθαίνει.
Πρώτοι πέθαιναν φαντάροι που είχαν αποκοπεί από τα μέρη καταγωγής τους, μετά οι “περιθωριακοί” και μετά οι προσφυγογειτονιές που οι κάτοικοι τους δεν μπορούσαν καν να καταφύγουν σε συγγενείς σε χωριά άρχισαν να μετράνε νεκρούς. Το Κολωνάκι δεν πείνασε, ούτε το Π. Ψυχικό ή η Φιλοθέη. Τα Παλαιά Σφαγεία, το Δουργούτι, ο Βύρωνας και η Καισαριανή, η Δραπετσώνα και η Κοκκινιά υπέφεραν.
Τα θύματα δύσκολα μετρώνται. Ενας υπολογισμός συγκρίνει τους νεκρούς ανάμεσα στην 1/10/1941 και την 30/9/42 με αυτούς του 1940 σε Αθήνα – Πειραιά. Το 1940 είχαν δηλωθεί 14.566 θάνατοι και το 1941 49.188. Η διαφορά, 34.622, πρέπει να οφείλεται στην πείνα. Στην πραγματικότητα, οι θάνατοι ήταν περισσότεροι. Ο ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ έχει καταλήξει σε ένα αριθμό περίπου 100.000 σε ολόκληρη τη χώρα, οι περισσότερο από τους μισούς στην πρωτεύουσα.

Υ.Γ.  Στην επερχόμενη καταστροφή δεν δικαιούμαστε τον ρόλο του απαθούς θεατή....Ούτε ένας αθώος. Ανεύθυνος κανένας.  

    Ενεργοί Δημότες για την Αναγέννηση της Ανεμώτιας