Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Ο "ΞΙΠΑΣΜΕΝΟΣ" ΓΕΡΑΚΟΣ ΤΗΣ ΑΝΕΜΩΤΙΑΣ...

Με ανεξέλεγκτα σγουρά μαλλιά, μπόλικα λευκά μούσια και ατημέλητα φθαρμένα ρούχα, ο ξιπασμένος γεράκος της Ανεμώτιας, γεμάτος εμπειρίες και φωτεινός σαν παιδί καθόταν στο «γιατάκ», στο στρογγυλό μεταλλικό τραπεζάκι που βρίσκεται στην αριστερή γωνιά του καφενείου και απολάμβανε ελληνικό καφέ με λείο καϊμάκι και χωρίς φυσαλίδες, σε χοντρό λευκό φλιτζάνι.
Ρούφηξε την τελευταία γουλιά καφέ, τοποθέτησε το κέρμα στο πιατάκι και ανασηκώθηκε αθόρυβα στερεωμένος στην αυτοσχέδια καψαλιασμένη μαγκούρα του από αγριελιά που στο γύρισμά της έχει χαραγμένο με καλλιγραφικά γράμματα το ονόμα της γυναίκας του.
Βγήκε στο δρόμο και ακολουθώντας νωχελικά τον άνεμο περπάτησε προς την έξοδο του χωριού, ώσπου έφτασε στο Δημοτικό Σχολείο. Άνοιξε την σιδερένια πράσινη πόρτα και άρχισε να ανεβαίνει τις πέτρινες σκάλες μετρώντας δυνατά ένα – ένα τα σκαλοπάτια που πάταγε, φτάνοντας σχεδόν λαχανιασμένος στην κεντρική είσοδο του κτηρίου.
Ο αριθμός των σκαλοπατιών ήταν ο ίδιος! Δεν είχε αλλάξει! Ήταν αυτός που θυμόταν από παιδί, τότε που σχεδόν ξυπόλητος και ανέμελος τα ανεβοκατέβαινε τρέχοντας για να προλάβει τη συμμαθήτριά του τη Μαρία. Όμως, τον «έκαιγε» η ανάγκη να τα ξανά μετρήσει για πολλοστή και ίσως για τελευταία φορά...,να νιώσει την υγρασία της γκρίζας πέτρας και να μυρίσει το δεντρολίβανο από τα πλαϊνά παρτέρια.
Στάθηκε όρθιος, ακούμπησε τους αγκώνες του στο κάγκελο δίπλα από τον ιστό της Σημαίας, πήρε βαθιές ανάσες και κοίταξε με καθαρή ματιά τα σπίτια του χωριού προσπαθώντας να εντοπίσει το πατρικό του, όπως συνήθιζε να κάνει στα διαλείμματα με τον αγαπημένο του φίλο Παναγιώτη. Έπειτα, προχώρησε δίπλα στο πεζούλι με τα ανθισμένα κατιμέρια και μέσα στην απέραντη ησυχία της στιγμής σιγοψυθύρισε την πρωινή σχολική προσευχή.
Οι κήποι με τις τριανταφυλλιές είναι άδειοι...Μόνο τα αγιοκλήματα αντέχουν ακόμα και η μηλιά παραδίπλα έχει ξεραθεί αλλά στέκει όρθια. Τα πεύκα ψήλωσαν και δεν μπορείς να πηδήσεις από πάνω τους!  Οι αγριελιές φούντωσαν και περιμένουν τον μπολιαστή τους. Στα βράχια λιάζονται τα ερπετά...και το νερό αναβλύζει από τις χαραμάδες τους...
Όλα είναι εδώ! Εικόνες αληθινές πέρα για πέρα, γεμάτες ζωντανές αναμνήσεις που σου περιποιούνται τις πληγές και γαληνεύουν την ψυχή σου! Τώρα πια ξέρεις που είναι δεμένη η αρχή της κλωστής! Από πού ξεκίνησε, πόσο μακριά κύλησε το κουβάρι και που θα επιστρέψει...
Όμως η ώρα πέρασε γρήγορα και κόντευε μεσημέρι. Ο γεράκος δεν είχε χρόνο για άλλες αναμνήσεις! Μόλις θυμήθηκε ότι σε λίγα λεπτά θα έπρεπε να βρίσκεται κάτω από τον «Πλάτανο» να περιμένει το λεωφορείο της γραμμής που μαζί του θα έφερνε τα εγγόνια του για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Στο σπίτι η γιαγιά έχει στρώσει το τραπέζι και περιμένει με ανυπομονησία τον ερχομό των παιδιών της...Ο γεροντάκος κατέβηκε τα σκαλοπάτια βιαστικός και προχώρησε σχεδόν τρέχοντας προς τα κάτω....
Υ.Γ Το μελαγχολικό αυτό σκηνικό σε ταξιδεύει σε στιγμές μελλοντικές, αλλά ονειρεύεσαι πως θα’ ρθουν και είσαι σίγουρος ότι υπάρχουν άνθρωποι που θα συμπορευθούν με τις περιγραφές σου...

Ενεργοί Δημότες Ανεμώτιας