Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΑΝΕΜΩΤΙΑΣ...

Ψυχοσάββατο σήμερα και ολόιδιες μαυροφορεμένες γυναίκες εξέρχονται από την εκκλησία του Σωτήρος κρατώντας πιατάκια με κόλλυβα στολισμένα με εξαιρετική λεπτομέρεια! Λίγο πριν είχαν θρηνήσει και προσευχηθεί για τους κεκοιμημένους συγγενείς τους...
Από παιδάκια παρατηρούσαμε τη Μάνα μας υπό την αυστηρή επίβλεψη της Γιαγιάς, να απλώνει αποβραδίς το βρασμένο σιτάρι στο τραπέζι της κουζίνας για να στεγνώσει και να φτιάξει τα κόλλυβα για τους παππούδες...Στην άκρη του τραπεζιού τρεμόπαιζε η φλόγα ενός κεριού και παραδίπλα έκαιγε το θυμιατό.
Οι κεκοιμημένοι εκεί που βρίσκονται δεν μπορούν πια να καλυτερεύσουν τη θέση τους, ωστόσο οι προσευχές των ζωντανών θα τους «ανακουφίσουν» μέχρι την ώρα της «Οριστικής Κρίσης»...
Μια λιπόσαρκη γριούλα, με λευκή πλεξούδα τυλιγμένη στο κεφάλι κατηφορίζει από την εκκλησιά κρατώντας ευλαβικά το πιατάκι με τα κόλλυβα στολισμένα απλοϊκά με ρόδια, καρύδια και αμύγδαλα. Είναι σκυφτή, σχεδόν ανέκφραστη και ντυμένη φτωχικά! Τριμμένη μπλούζα, ξεθωριασμένη φούστα, φθαρμένα ίσια παπούτσια και καλτσάκια που κάποτε ήταν λευκά...
Προχωράει με κόπο και κοντοστέκεται κάθε τόσο για να ξαποστάσει...και ξαφνικά η γριούλα ακούει με έκπληξη κοριτσίστικα γέλια και αναστατώνεται! Ήταν μια παρέα από όμορφα σχεδόν έφηβα κορίτσια που ξεφώνιζαν χαρούμενα παίζοντας στην πλατεία του «Καζέπη»!!
«Γεια σου γιαγιά» φωνάζουν με μια φωνή τα κορίτσια της παρέας και εκείνη με σιγανή φωνή, σχεδόν ψελλίζοντας ανταπάντησε με ένα «καλώς τα», ενώ παράλληλα ένας δυνατός αναστεναγμός βγήκε από μέσα της και την ξύπνησε από το λήθαργο της θλίψης...
Νιάτα – Ζωή – Θάνατος – Πληγές. Σε δευτερόλεπτα από το μυαλό της γιαγιάς περνάνε αυτά τα ζευγάρια των λέξεων και οι παλμοί της καρδιάς της αυξάνονται! Τα πρόσωπα εκείνων των ξένοιαστων κοριτσιών ήταν η διασύνδεση με τη δική της ζωή...
Θυμάται τα δικά της εφηβικά χρόνια, τότε που ο ήλιος της νιότης της μεσουρανούσε! Τότε που τα ξανθά της μαλλιά αντανακλούσαν τα χρώματα της άνοιξης καθώς αιωρούνταν στις κούνιες στα «Μιζέρια»! Τα παλικάρια της Ανεμώτιας συνωστίζονταν για να χορέψουν μαζί της στα πανηγύρια του Σωτήρος και εκείνη φοβότανε μη παρεξηγηθεί στα μάτια του κόσμου..Ωστόσο κατά βάθος της άρεσε και περίμενε αυτές τις στιγμές με λαχτάρα!
Έπειτα ήρθε η μεγάλη συνάντηση και ο γάμος με τον Κυρ Παναγιώτη. Άνθρωπος αγέρωχος, απρόβλεπτος και ευαίσθητος! Τότε η ασβεστωμένη αυλή του σπιτιού γέμισε με χρυσάνθεμα και ανθισμένες τριανταφυλλιές ενώ οι οδύνες της ζωής δεν άργησαν να φτάσουν!
Σύντομα τα αγόρια της μεγάλωσαν και τράβηξαν σε δρόμους μακρινούς και ξένους. Και εκεί που ο χρόνος κυλούσε, το ρολόι του θανάτου χτύπησε...ο παππούς έφυγε και το καντίλι στο εικόνισμα δεν έσβησε ποτέ! Βουβές πληγές που θα μένουν για πάντα ανοιχτές για να της θυμίζουν ότι κάποτε στην Ανεμώτια μοιράστηκε το όνειρο...
Ξαφνικά μια φωνή μέσα της την επανέφερε στην τάξη! Οι κοπέλες είχαν σκορπίσει, εκτός από μία που της κράταγε το αριστερό χέρι για να την οδηγήσει στην ανηφόρα προς τις πάνω γειτονιές του χωριού. Ήταν ένα ξανθό κορίτσι με όμορφα πράσινα μάτια, που στα λιπόσαρκα πόδια του φόραγε λευκά καλτσάκια...Ήταν η εγγονή της η Μυρσίνη...

Υ.Γ Αφιερωμένο στις Γυναίκες του χωριού μας...

Ενεργοί Δημότες Ανεμώτιας