Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

«ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ» Ταινία του Λάκη Παπαστάθη


Όπως  αποκαλύπτει ο τίτλος της πρόκειται για ένα ταξίδι γεωγραφικό και υπαρξιακό, «ένα εσωτερικό ταξίδι επιστροφής στο γενέθλιο τόπο» σύμφωνα με τα λόγια του σκηνοθέτη. Η ταινία προβλήθηκε πρώτη φορά τον περασμένο  Σεπτέμβριο στο Ελαιοτριβείο - Μουσείο «Βρανά» της Εταιρείας «Αρχιπέλαγος» στον Παπάδο της Μυτιλήνης. Περισσότεροι από 2000 θεατές, ντόπιοι κυρίως κι επισκέπτες ανάμεσά τους και πολλοί επώνυμοι, παραβρέθηκαν στην πρεμιέρα η οποία κορυφώθηκε σε κλίμα ενθουσιασμού και συγκίνησης.
Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν κάτω από το φως της Μυτιλήνης: στον κόλπο της Γέρας, στην πόλη της Μυτιλήνης και σε πολλά χωριά της Λέσβου. Πολλοί ερασιτέχνες Λέσβιοι, ανάμεσα τους και συμμαθητές του Λάκη Παπαστάθη μαζί με τα παιδιά τους, συμμετείχαν στα  γυρίσματα. Ας σημειωθεί ότι στην ταινία ακούγεται η ντοπιολαλιά της Λέσβου,  την οποία αποδίδει περίφημα και ο πρωταγωνιστής της Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, καθώς έλκει την καταγωγή του από το Πλωμάρι και την Αγιάσο.
H ιστορία εκτυλίσσεται με φόντο τη Λέσβο, ένα από τα ωραιότερα και σημαντικότερα ελληνικά νησιά στο βόρειο Αιγαίο, εκεί όπου έζησε τα δικά του παιδικά κι εφηβικά χρόνια ο Λάκης Παπαστάθης. Με τολμηρή ματιά κι ευαισθησία, η ποιητική και συγκινητική κινηματογραφική αφήγηση καταγράφει το υπαρξιακό ταξίδι του ήρωα, ενός σύγχρονου άντρα που έχει φύγει από το νησί του με βαριά οικογενειακά τραύματα. Η επιστροφή του στο γενέθλιο τόπο του σηματοδοτεί  και την επιστροφή του στην ομορφιά της ζωής. Η κινηματογράφηση έχει γίνει σε έγχρωμο κι ασπρόμαυρο φιλμ και οι θεατές βλέπουν το πρόσωπο του πρωταγωνιστή μόνον στο τέλος της ιστορίας καθώς : «το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι υποκειμενικά πλάνα του ανθρώπου που επιστρέφει».
Βλέπει τον κόσμο χωρίς ο ίδιος να φαίνεται. Επιπλέον καταγράφει την επιστροφή του με μια κάμερα που κουβαλάει πάντα μαζί του. Μόνο στην τελευταία σκηνή θα δούμε το πρόσωπό του, σημειώνει ο σκηνοθέτης και προσθέτει : «Το παρόν και το παρελθόν είναι εξ ‘ ίσου ζωντανά μέσα στη μνήμη και την ψυχή του. Τα ζει σα να συμβαίνουν τώρα. Όλοι οι νεκροί της οικογένειάς του ξαναβγαίνουν στο φως και ο θεατής βλέπει τη ζωή τους σαν σε ταινία μυθοπλασίας. Η σπαστή αφήγηση, το μπρος - πίσω στο χρόνο, το υποκειμενικό πλάνο, η συχνά ντοκιμαντερίστικη γραφή, οι θεατρικές σκηνές μέσα στο σινεμά και η νοσταλγία της κλασσικής μυθοπλασίας με την οποία ο ήρωας επαναδημιουργεί το παρελθόν του, συνθέτουν τη δομή του φιλμ, που με την πολυμορφία του μοιάζει περισσότερο με σύγχρονη μουσική σύνθεση. Ο νόστος είναι δύσκολος, σχεδόν ανέφικτος, γιατί όλα έχουν αλλάξει. Η πόλη, οι άνθρωποι, τα σπίτια. Για να αφηγηθείς αυτόν τον δύσκολο νόστο με ειλικρίνεια και χωρίς μελοδραματισμούς πρέπει να βρεις τον τρόπο, τη μορφή, που δεν είναι απλώς το ένδυμα του νοήματος της αφήγησης αλλά συχνά το ίδιο νόημα».